0%    
       
logo
logo

Sitemap

|

Αρχική

|

Αστική Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία C FOR CIRCUS

Μεταφορική Θεάτρου



Συζήτηση της ομάδας με την kulturosupa

30 Ιανουαρίου 2011
Νικος Βασάρας

Ένα παγωμένο βράδυ Τετάρτης βρέθηκα στον ζεστό (ευτυχώς) χώρο του ‘Πολυχώρου Ερμού’ για να μιλήσω με την σκηνοθέτρια Αλέκα Θεολόγου της θεατρικής ομάδας ‘Μεταφορική Θεάτρου’. Η παράσταση «Καρεκλες» του Ιονεσκου, αποτέλεσε αρχικά διπλωματική εργασία σκηνοθεσίας-σκηνογραφίας, της ίδιας και της Ελένης Θωμαΐδου, στο Τμήμα Θεάτρου της Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ.

Ποια είναι η ταυτότητα της ‘Μεταφορικής Θεάτρου’;

Είμαστε μια ομάδα που δημιουργήθηκε από εμένα την Αλέκα Θεολόγου, τον Κώστα Conie Iσαακίδη και την Άννα Γριβάκου, όταν ολοκλήρωνα τις σπουδές μου στο Τμήμα Θεάτρου της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. στην κατεύθυνση σκηνοθεσίας. Γνωριζόμαστε χρόνια από άλλες ομάδες (περισσότερο από αυτήν της C for Circus), ήμασταν και είμαστε φίλοι πολύ κολλητοί κι αποφασίσαμε να παρουσιάσουμε μαζί τις ‘Καρέκλες’ ως διπλωματική εργασία. Στην πορεία προστέθηκε η Ελένη Θωμαΐδου, που έπρεπε να κάνει επίσης την διπλωματική της στην σκηνογραφία, ο ηθοποιός Γιώργος Κουτρότσιος και ο συνθέτης Γιάννης Μαλλούχος.

Χρειαστήκατε την έγκριση των καθηγητών-εποπτών του Α.Π.Θ. για να χρησιμοποιήσετε τη μετάφραση του Πέτρου Μαλαμίδη από την ρουμάνικη (που αποτελεί και την μητρική γλώσσα του συγγραφέα) στην ελληνική γλώσσα αντί της συνηθέστερης γαλλικής μετάφρασης στην παράσταση;

Ναι, ήταν θέμα έγκρισης/επιλογής αρχικά των Βίκτωρα Αρδίττη (σκηνοθέτη, διευθυντή Δραματικής Σχολής Εθνικού Θεάτρου, αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ.), Ελευθερίας Ντεκώ (βραβευμένη σχεδιάστρια φωτισμού) και Απόστολου Βέττα (καθηγητή Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών του Α. Π. Θ, σκηνογράφο-ζωγράφο). Ο κ. Βέττας μάλιστα, είχε δουλέψει και ως σκηνογράφος στο συγκεκριμένο έργο, πριν (είκοσι περίπου) χρόνια στο Κ.Θ.Β.Ε. και ενθυμούμενος την τότε γαλλική μετάφραση που είχε χρησιμοποιηθεί, θεώρησε πως η συγκεκριμένη καλύπτει το έργο περισσότερο. Την ίδια άποψη είχαν και οι υπόλοιποι καθηγητές.

Πότε παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από την ομάδα σας;

Στο θέατρο «Κλειώ» της σχολής θεάτρου του Α.Π.Θ. τον Ιούνιο του 2010. Όταν τέλειωσε η διπλωματική μας , που πήγε πολύ καλά (αριστεύσαμε!), ενθουσιώδεις καθηγητές και κοινό μας πρότειναν να το συνεχίσουμε κι αυτό αποφασίσαμε να κάνουμε. Η παράσταση παρουσιάστηκε ξανά τον Νοέμβριο και μεταφέρθηκε στην τελική και πιο ολοκληρωμένη της μορφή εδώ στον Πολυχώρο Ερμού (Ερμού 11 και Ι. Δραγούμη). Όπως βλέπεις είναι σαν να κάνεις θέατρο σ’ ένα μεγάλο σπίτι, ο χώρος φέρνει περισσότερο σε ένα μεγάλο σαλόνι ενός σπιτιού, πιθανότατα άλλωστε αυτή θα πρέπει να ήταν και η αρχική χρήση του όταν χτίστηκε. Έγινε λοιπόν μια χωροταξική αλλαγή στην σκηνογραφία από αυτήν της κλασσικής χωροταξικής διάταξης του «Κλειώ».

Στο σημείο αυτό παρενέβη η σκηνογράφος Ελένη Θωμαΐδου ως πιο κατάλληλη για να δώσει εξηγήσεις…

Ε.Θ.: Η βασική ιδέα της σκηνογραφίας στηρίζεται στα…παράθυρα. Στο ότι υπάρχουν μέσα στον χώρο παντού παράθυρα αλλά οι ήρωες επιλέγουν να μένουν εδώ μέσα απομονωμένοι. Στο «Κλειώ» κρατούσαμε την σύμβαση του ίδιου του Ιονέσκο που ήθελε το σπίτι να είναι ένας φάρος κυκλωμένος από νερό. Εδώ μας δόθηκε η ευκαιρία να αλλάξουμε λίγο και τη διάθεση του έργου και να παρουσιάσουμε τους ήρωες απομονωμένους σε έναν χώρο με θόρυβο πόλης να μπαίνει από τα παράθυρα. Τονίζεται έτσι ακόμη περισσότερο ο αποκλεισμός τους.

Α.Θ.: Προσπαθήσαμε να εντάξουμε τον χώρο μέσα στο έργο και την θάλασσα να λειτουργεί σαν ανάμνηση όπως και στην ταινία ‘Η θάλασσα μέσα μου’ του Αλεχάντρο Αμεναμπάρ ας πούμε. Άλλωστε η πραγματική θάλασσα του Θερμαϊκού βρίσκεται μόλις στα 100 μέτρα!

Εκτός λοιπόν από το ότι η παράσταση εκτυλίσσεται σε χώρο με ιδιάζουσες συνθήκες φωτισμού/ακουστικής (σίγουρα όχι αυτές ενός κλασικού θεατρικού χώρου) η μετάφραση από τα ρουμάνικα στα ελληνικά τι είδους αλλαγές επέφερε στο βασικό κείμενο;

Ο Πέτρος Μαλαμίδης έκανε μια καταπληκτική μετάφραση από το ρουμάνικο κείμενο κι όχι από το γαλλικό, οπότε έχουν προκύψει αρκετές διαφοροποιήσεις στο έργο από την γαλλική εκδοχή. Eχει ισχυρές δόσεις από μαύρο χιούμορ. Για παράδειγμα η αγαπημένη έκφραση των Γάλλων όταν θέλουν να δείξουν οικειότητα και τρυφερότητα είναι το σκατούλα μου/σκατουλίτσα μου κτλ. Το αντίστοιχο στα ρουμάνικα πλησιάζει περισσότερο στο πουλί μου/πουλάκι μου που θα λέγαμε και εμεις οι Έλληνες.

Ερχεται και πιο ρομαντικό αυτό…

Ναι έχει μια τρυφερότητα αλλά και μια ειρωνεία. Η ειρωνεία βρίσκεται καθαρά στο πως διαβάζουμε τις λέξεις. Το ‘πουλί μου/πουλάκι μου’ έχει μια ξεκάθαρη έννοια για μια γιαγιά σ’ ένα χωριό ενώ στον νέο του σήμερα και του ίντερνετ ακούγεται μάλλον ως πιο…ασαφές και μπερδεμένο!

Είναι όντως διαφορετικές οι ερμηνείες που θα μπορούσαν να δοθούν από διαφορετικους ανθρώπους σε χίλιες δυο εκφράσεις. Φαντάζομαι όμως πως δεν ήταν ο κύριος λόγος που δεν προτιμήσατε την γαλλική ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ;

Ο κυριότερος λόγος ήταν το γεγονός πως η γαλλική μεταφράση εστιάζει στο παράλογο των σχέσεων ενώ εγώ ως σκηνοθέτης τουλάχιστον, ήθελα να δοθεί οπτικά ο αγώνας και η προσπάθεια να κρατηθεί μια σχέση. Και η ρουμάνικη μετάφραση το καταφέρνει καλύτερα αυτό.

Υπάρχει και κάποια άλλη διαφορά από το πρωτότυπο κείμενο όπως αποδίδεται στην παράσταση;

Ναι. Το έργο παρουσιάζει τους πρωταγωνιστές αποκλειστικά σε προχωρημένη ηλικία. Είναι 95 και 94 αντίστοιχα. Εμείς στο έργο το σπάμε αυτό, δηλαδή τους βλέπουμε και σε νεότερη ηλικία να ερωτοτροπούν, τους βλέπουμε στη μέση ηλικία όπου τα πράγματα αρχίζουν και δυσκολεύουν κλπ. Πάντως μέσα από τα κεφάλαια στα οποία τεμαχίζεται το έργο βλέπουμε και διαφορετικές εκδοχές της σχέσης και αυτό είναι το δύσκολο κομμάτι που φέρνουν σε πέρας οι συντελεστές της: να δώσουν τη διαφορά από ηλικία σε ηλικία με το βάρος της ίδιας τους της κίνησης και της έκφρασης και όχι με το μακιγιάζ, την ενδυματολογία ή άλλου είδους τεχνάσματα.

Οπότε αυτό κάνει ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την παράσταση σας. Προσωπικά, μου άρεσε και το ότι η μουσική παίζεται ζωντανά από μουσικούς επί σκηνής.

Προσθέσαμε στην εισαγωγή και κάποια ποιήματα των Τ.Σ. Έλιοτ και Πέτρου Μαλαμίδη (Έρημη χώρα/Στοχασμοί σε ιερό θαλασσόκηπο) και βέβαια την πρωτότυπη μουσική του Γιάννη Μαλλούχου μαζί με δυο διασκευές του σε τραγούδια των Tom Waits και Nick Cave (I’ll shot the moon και The weeping song αντίστοιχα).Με τον Γιάννη στο πιάνο και την Αναστασία Παπαναστασίου στο βιολί.

Ποιο θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το αξιόλογο μήνυμα του Ιονέσκο πίσω από αυτό το έργο του;

Το έργο βασίζεται στην απόφαση των δυο ηλικιωμένων, να ετοιμάζουν μια διάλεξη έχοντας προσκαλέσει όσο περισσότερο κόσμο μπορούν. Στην διάλεξη θα ανακοινωθεί το μήνυμα τους που έχει σκοπό να σώσει την ανθρωπότητα. Επειδή όμως δεν μπορούν να το αποδώσουν με ευφράδεια καλούν έναν ρήτορα. Δεν είναι όμως μόνο ένα το μήνυμα γιατί έχει ταυτόχρονα πολλές διαστάσεις: οικολογικές, πολιτικές κλπ. Στο έργο γενικότερα δίνεται έμφαση στην σκληρότητα που υπάρχει αυτή τη στιγμή στον κόσμο, τουλάχιστον με την είσοδο του τελευταίου προσώπου.

Δίνεται έμφαση και σε όλα αυτά που συνθέτει μια σχέση δυο ανθρώπων που αντέξαν 75 χρόνια μαζί. Σωστά;

Μα ακριβώς αυτός είναι και ο λόγος που δεν θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς στο σύνολο του το κείμενο απαισιόδοξο και μαύρο, γιατί βλέπουμε τη θετική πλευρά της σχέσης αυτών των δυο ανθρώπων, την αφοσίωση του ενός στον άλλο, την δύναμη της προσπάθειας να αντεπεξέλθουν ακόμα και με τα ίδια τους τα φαντάσματα, κτλ. με τον σουρεαλιστικό και κωμικό τρόπος του Ιονέσκο που παρωδεί τον κομφορμισμό της αστικής τάξης και τις κοινές θεατρικές φόρμες. Αποδίδεται όμως και η αρνητική πλευρά μιας δυνατής ανθρώπινης σχέσης: σκληρότητα, ανταγωνισμός, ματαιοδοξία, αλληλοφάγωμα, το μαράζωμα του ενός όταν ο άλλος κυριολεκτικά σαπίζει…αυτά που είναι πολύ χαρακτηριστικά και μας κάνουν όλους ν’ αναρωτιόμαστε γιατί τα βιώνουμε στο πέρασμα της ζωής όλο και πιο επίμονα.

Λείπει πάντως η γενική ματαιότητα του Μπέκετ που συνηθίζεται άλλωστε και στο είδος της παράστασης, αυτό του ‘θεάτρου του παραλόγου’.

Ακριβώς, υπάρχει μια πιο γλυκόπικρη γεύση…μελαγχολία αναμειγμένη με αισιοδοξία!

Γιατί ονομαστήκατε ‘Μεταφορική Θεάτρου’;

Ναι φυσικά. Αυτή η ονομασία έχει πάρα πολύ μεγάλη γκάμα εννοιών και γι’ αυτό αποφασίσαμε αυτή να ‘βαφτίσουμε’ την ομάδα έτσι. Έχει σίγουρα μέσα της κι αυτό που λες, το ότι το θέατρο μεταφέρει μηνύματα, σκέψεις, παρουσίες, βιώματα, εμπειρίες όλα αυτά…Πάντως ξεκίνησε καθαρά από το πρακτικό μέρος. Δηλαδή σκεφτόμουν πρίν: πω πω, ποιος να’ταν ο ακριβής αριθμός καρεκλών που είχε στο μυαλό του ο Ιονέσκο, τι είδους και πόσες καρέκλες πρέπει εμείς να κουβαλήσουμε, με ποια μεταφορική και πως ακριβώς θα γίνει αυτή η μεταφορά; Εκείνη την εποχή είχε και κάτι απεργίες με τους φορτηγατζήδες και προβληματιζόμουν κι έτσι μου ήρθε και η ιδέα: ιδού η ωραία ονομασία που έψαχνα!.

Πες μου, ως επίλογο αυτής της συνέντευξης, μερικά λόγια αν θέλεις για τη θεατρική κατάσταση της Θεσσαλονίκης

Νομίζω πως πάει καλά, τουλάχιστον από άποψη ποικιλίας προτάσεων, η πόλη έχει κάνει ανοίγματα στα περισσότερα είδη θεάτρου. Από το κλασικό μέχρι το πειραματικό, απο το εικαστικό μέχρι το χοροθέατρο. Το θέμα είναι ο κόσμος να κινητοποιηθεί μέσω της συσπείρωσης όλων αυτών των δυνάμεων που έχουν την ικανότητα να τον οδηγήσουν εκεί που πρέπει: στον άλλο τρόπο διασκέδασης και επαφής που αποτελεί το θέατρο. Γιατί το ζωντανό θέαμα είναι πια ένας από τους λιγοστούς εναπομείναντες τρόπους να έρθουμε πιο κοντά , να μας δοθεί υλικό που θα μας ‘γεμίσει’ με ουσιαστικό τρόπο. Δε λέω, ο κινηματογράφος και η μουσική είναι καταπληκτική διασκέδαση, όμως είναι λυπηρό η τηλεόραση να έχει το προβάδισμα. Οι τιμές των εισιτηρίων μας άλλωστε είναι απολύτως λογικές: 12 ευρώ και 8 το φοιτητικό. Είναι βέβαια και εποχή κρίσεων (γενικών και όχι μόνο οικονομικών…), θα πρεπει όμως να το (ξε)περάσουμε ομαδικά!.

Θα μπορούσε να συμβολίζει και την ίδια την θεατρική πράξη: ένα επικοινωνιακό μέσο ιδεών – εμένα εκεί πήγε το μυαλό μου

Η σκέψη του ονόματος ξεκίνησε από ένα πολύ απλό, πρακτικό κομμάτι της παράστασης: έπρεπε να μεταφερθούν εδώ 30 καρέκλες του τίτλου!. Είναι οι καρέκλες που μεταφέρει το ηλικιωμένο ζευγάρι στο έργο, υποτίθεται στον φάρο/στο σπίτι τους, για την διάλεξη που διοργανώνουν για να μεταδοθεί το μήνυμα τους. Οπότε αυτή η διαδικασία της μεταφοράς αντικειμένων σ’ έναν χώρο, γέννησε τη σκέψη της μεταφορικής και παράλληλα άλλες σκέψεις όπως το ότι η μεταφορά είναι μια έννοια φιλολογική και πρακτική…

Σας ευχαριστώ πολύ !

ο Νικος Βασάρας συνομίλησε με τον θίασο.

Πηγή: kulturosupa.gr